Αγαπητοί επισκέπτες σας καλωσορίζουμε στο blog του σχολείου μας.

Η δημιουργία του ιστολογίου μας, εχει στόχο να συμβάλλει στην ευχερέστερη επικοινωνία του σχολείου μας με την κοινωνία ,αλλά ταυτόχρονα να σας ενημερώνει για δράσεις του σχολείου μας και θέματα ευρύτερου εκπαιδευτικού ενδιαφέροντος.
Σας ευχόμαστε καλή και ευχάριστη περιήγηση.




Το ΕΣΠΕΡΙΝΟ ΓΕΝΙΚΟ ΛΥΚΕΙΟ ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΥ ιδρύθηκε το 2004.

Πρώτος διευθυντής του(2004-2008) ,υπήρξε ο αείμνηστος θεολόγος ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ,

ο οποίος συνέβαλε ιδιαιτέρως στην εγκατάσταση και αναπτυξή του.

Στη συνέχεια την διεύθυνση ανέλαβαν οι :Κ.Παπάζογλου(2008-2011) Κ.Νταλιάνης(2011-2014) και Η.Γιωτγιάννης (2014-2017)

Δέχεται μαθητές ΑΝΗΛΙΚΟΥΣ –ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ (εστω και σε οικογενειακές επιχειρήσεις) ,

που έχουν αποφοιτήσει από το Γυμνάσιο ,καθώς και ΕΝΗΛΙΚΟΥΣ ,χωρίς να είναι απαραίτητο να εργάζονται ή να εχουν κάρτα ανεργίας του ΟΑΕΔ (δυνάμει του Νέου Νόμου &7 ,αρ.45,Ν.4186/13).

Επίσης στο Εσπερινό Λύκειο Κορυδαλλού, μπορούν να γίνουν δεκτοί μαθητές και από μετεγγραφή από ΕΠΑΛ σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

Σημερινός διευθυντής του σχολείου μας (σχ.ετος 2017-2018) είναι ο φυσικός ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΙΝΟΠΕΤΡΟΣ, με αναπληρωτή διευθυντή τον φιλόλογο, ΑΔΑΜΑΝΤΙΟ ΚΟΥΤΟΥΛΑ.

Ο Σύλλογος διδασκόντων εχει 15 μέλη και οι εγγεγραμμένοι μαθητές μας είναι 110.

Στο Σχολείο μας επίσης υπάρχει Σκακιστική ομάδα, με υπεύθυνο τον μαθηματικό ΝΙΚΟΛΑΟ ΒΑΖΟ.

Μάλιστα αξίζει να σημειωθεί ότι Παν-Αττικό Πρωτάθλημα σχ.ετος 2012 η σκακιστική μας ομάδα

έλαβε την 6 η θέση.Στα άμεσα προσεχή σχέδια των μαθητών μας είναι η έκδοση εφημερίδας.

Κάθε χρονιά, μαθητές μας επιτυγχάνουν στις Πανελλαδικές εξετάσεις

και αρκετοί από αυτούς εχουν ήδη αποφοιτήσει από σχολές των ΑΕΙ και ΤΕΙ (Φιλοσοφική-Μαθηματικό-Νοσηλευτική,κά)

την τελευταία δεκαετία που χρονολογείται η ύπαρξή του.

Σε αυτήν την καλή παρουσία του Σχολείου μας στις Πανελλαδικές εξετάσεις, σημαντικό ρόλο έπαιξε και το γεγονός ότι οι καθηγητές πάντα εθελοντικά και πρίν την έναρξη των μαθημάτων, προσφέρουν φροντιστηριακή βοήθεια στους μαθητές εκείνους, που ενδιαφέρονται να συμμετάσχουν στις Πανελλαδικές εξετάσεις(κυρίως στα μαθηματικά)

Στο χώρο του Σχολείου μας επίσης, διοργανώθηκαν τις προηγούμενες χρονιές σεμινάρια Παιδαγωγικής -Ψυχολογίας καθώς και σεμινάρια πάνω στην εκπαίδευση ενηλίκων (ημερίδες) για Εσπερινά Λύκεια, υπό την επίβλεψη των Σχολικών Συμβούλων της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Πειραιά κ.ΠΟΛΥΜΕΝΟΠΟΥΛΟΥ και κ.ΜΠΡΕΝΤΑΝΟΥ.

Τέλος το Εσπερινό Λύκειο Κορυδαλλού εχει ενεργό παρουσία στα δημοτικά δρώμενα, αναλαμβάνοντας την πρωτοβουλία συγκέντρωσης τροφίμων για μαθητές που έχουν ανάγκη σε συνεργασία με αλλους φορείς ,κλπ.

Συστεγάζεται με το 4 ΓΕΛ Κορυδαλλού και το ωράριο λειτουργίας είναι : 7.15μμ-10.40μμ.



Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία/Οδυσσέας Ελύτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία/Οδυσσέας Ελύτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2019

ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ,"Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ"

 

Αποτέλεσμα εικόνας για φωτο 28 οκτωβριου

 

 

Οδυσσέα Ελύτη, «Η πορεία προς το μέτωπο»

Ξημερώνοντας τ’ Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χιμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ’ την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σκεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.

Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε τ’ αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.

Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετο, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ’ αερόπλανα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το ’χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.

Τότες, χωμένοι μες στις ρεματιές, γέρναμε το κεφάλι από το μέρος το βαρύ, όπου δε βγαίνουνε όνειρα. Και τα πουλιά μάς θύμωναν, που δε δίναμε τάχα σημασία στα λόγια τους — ίσως και που ασκημίζαμε χωρίς αιτία την πλάση. Άλλης λογής εμείς χωριάτες, μ’ άλλω λογιώ ξινάρια και σιδερικά στα χέρια μας, που ξορκισμένα να ’ναι.

Δώδεκα μέρες κιόλας, είχαμε μεις πιο πίσω στα χωριά κοιτάξει σε καθρέφτη, ώρες πολλές, το γύρο του προσώπου μας. Κι απάνω που συνήθιζε ξανά το μάτι μας τα γνώριμα παλιά σημάδια, και δειλά συλλαβίζαμε το χείλο το γυμνό ή το χορτάτο από τον ύπνο μάγουλο, να που τη δεύτερη τη νύχτα σάμπως πάλι αλλάζαμε, την τρίτη ακόμη πιο πολύ, την ύστερη, την τέταρτη, πια φανερό, δεν ήμασταν οι ίδιοι. Μόνε σαν να πηγαίναμε μπουλούκι ανάκατο, θαρρούσες, απ’ όλες τις γενιές και τις χρονιές, άλλοι των τωρινών καιρών κι άλλοι πολλά παλιών, που ’χαν λευκάνει απ’ τα περίσσια γένια. Καπεταναίοι αγέλαστοι με το κεφαλοπάνι, και παπάδες θεριά, λοχίες του ’97 ή του ’12, μπαλτζήδες βλοσυροί πάνου απ’ τον ώμο σειώντας το πελέκι, απελάτες και σκουταροφόροι, με το αίμα επάνω τους ακόμη Βουργάρων και Τούρκων. Όλοι μαζί, δίχως μιλιά, χρόνους αμέτρητους αγκομαχώντας πλάι πλάι, διαβαίναμε τις ράχες, τα φαράγγια, δίχως να λογαριάζουμε άλλο τίποτε. Γιατί, καθώς όταν βαρούν απανωτές αναποδιές τους ίδιους τους ανθρώπους πάντα, συνηθάν εκείνοι στο Κακό, τέλος του αλλάζουν όνομα, το λεν Γραμμένο ή Μοίρα — έτσι κι εμείς επροχωρούσαμε ίσια πάνου σ’ αυτό που λέγαμε Κατάρα, όπως θα λέγαμε Αντάρα ή Σύγνεφο. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή, το πιο συχνά, ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας.
Κι ότι ήμασταν σιμά πολύ στα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες, μήτε αρρώστους και γερούς, μήτε φτωχούς και πλούσιους, το καταλαβαίναμε. Γιατί κι ο βρόντος πέρα, κάτι σαν καταιγίδα πίσω απ' τα βουνά, δυνάμωνε ολοένα, τόσο που καθαρά στο τέλος να διαβάζουμε το αργό και το βαρύ των κανονιών, το ξερό και το γρήγορο των πολυβόλων. Ύστερα και γιατί, ολοένα πιο συχνά, τύχαινε τώρα ν’ απαντούμε, απ’ τ’ άλλο μέρος να ’ρχονται, οι αργές οι συνοδείες με τους λαβωμένους. Όπου απιθώνανε χάμου τα φορεία οι νοσοκόμοι, με τον κόκκινο σταυρό στο περιβραχιόνιο, φτύνοντας μέσα στις παλάμες, και το μάτι τους άγριο για τσιγάρο. Κι οπού κατόπι σαν ακούγανε για πού τραβούσαμε, κουνούσαν το κεφάλι, αρχινώντας ιστορίες για σημεία και τέρατα. Όμως εμείς το μόνο που προσέχαμε ήταν εκείνες οι φωνές μέσα στα σκοτεινά, που ανέβαιναν, καυτές ακόμη από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι. «Όι, όι, μάνα μου», «όι, όι, μάνα μου», και κάποτε, πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, που ’λεγαν, όσοι ξέρανε, είναι αυτός ο ρόγχος του θανάτου.
Ήταν φορές που εσέρνανε μαζί τους κι αιχμαλώτους, μόλις πιασμένους λίγες ώρες πριν, στα ξαφνικά γιουρούσια που κάναν τα περίπολα. Βρωμούσανε κρασί τα χνότα τους, κι οι τσέπες τους γιομάτες κονσέρβα ή σοκολάτες. Όμως εμείς δεν είχαμε, ότι κομμένα τα γιοφύρια πίσω μας, και τα λίγα μουλάρια μας, κι εκείνα ανήμπορα μέσα στο χιόνι και στη γλιστράδα της λασπουριάς.
Τέλος, κάποια φορά, φανήκανε μακριά οι καπνοί που ανέβαιναν μεριές μεριές, κι οι πρώτες στον ορίζοντα κόκκινες, λαμπερές φωτοβολίδες.


Από τη συλλογή Το Άξιον εστί (1959)
[πηγή: Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος, Αθήνα 2002, σ. 136-139]

Τρίτη 21 Μαρτίου 2017

21 Μάρτη ...Ημέρα Ποίησης!!!

 

Το φαινόμενο της γλώσσας έβλεπα να παίρνει άλλες διαστάσεις που δεν τις υποψιαζόμουνα.Με ενδιέφερε το μυστήριο της γέννησης των πραγμάτων,μέσα από το βάφτισμά τους στο αναγάλλιασμα εκείνο της ψυχής που είναι ο φθόγγος.Η λέξη που λειαίνεται όπως η πέτρα στα χείλη του λαού.Στα χείλη και στα δόντια,κάτι ολόιδιο με αυτό που σε παρορμά να πολεμάς ή να ερωτεύεσαι ετσι και όχι αλλιώς.Εσύ και ο άνθρωπος της ομάδας όπου ανήκεις.Ολοι.Πιστοί ,θέλοντας και μη, σε αυτά τα δέντρα,σε αυτά τα κύματα,σε αυτό το φώς,σε αυτή την ιστορία.

Ω ναι,σε έσχατη ανάλυση,η γλώσσα ηταν ήθος.

Οδυσσέας Ελύτης
Ανοιχτά χαρτιά (αποσπάσματα)
 
καταχώρηση: εφη καλογεροπούλου

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2016

21 Μάρτη /Παγκόσμια ημέρα Ποίησης



                                                      δ'

Ποιο μέταλλο να είν' αυτό που κρυώνει τα μάτια ποια χαμένη

        νεότητα
Που μαζεύει το έλεος λίγων στιγμών σε μια κλωστή ασυγκίνητη -

        ποια να 'ναι

Δέντρα σώπασαν, πέτρες μοιάσανε στις πέτρες, καβαλάρηδες έφυγαν
Ψάχνουν τα μάνταλα μιας άλλης πύλης μα ποια να 'ναι αυτή
Σε ποιο καρδιόχτυπο άραγε να βρίσκεται, κλείνουν οι ελπίδες
        τα παράθυρα, βραδιάζει ο πόνος
Ποιος είναι εδώ, κανείς δεν είναι - χώμα ηχολογάει το χώμα
Κι όμως πρέπει να βρει ένα νόμισμα η ζωή
Αφού δεν είναι ο έρωτας, αφού δεν είναι ο έρωτας
Ο έρωτας ποιος είναι - η ζωή μετριέται με σφυγμούς, η χαρά
        με απέλπιδες χειρονομίες
Μύλοι απάνω στις κορφές άσπρισαν τα ταξίδια τους
Η ζωή μετριέται με παλμούς, πάλλεται η λυμένη ζώνη της εσπέρας
Φεγγίζουν γοητείες στα μάκρη, μια βαρκούλα χάνεται
        ευχαριστημένη
Κανένα κύμα δεν κρατάει στο στήθος του κακία
Οι άνθρωποι μοιάζουν, παρομοιάζουνται με τις κραυγές των φάρων
Φεύγουνε για να παν αλλού και βγαίνουνε στη θάλασσα
Ποια θάλασσα
Να 'ναι αυτή που δε θυμάται τις λευκές στιγμές της μα ξαναμασάει
        τα λόγια της
Λύπες που γίνανε σεντόνια και χτυπούν στον άνεμο για να
στεγνώσουν, και ξαναχτυπούν στον άνεμο για να 'ναι οι γλάροι
Δίπλα τους, στο πλευρό τους, ποιες να είν' αυτές
Ποιος κόπος ήμερος, ποια σπασμένη ενότητα, ποιος θρήνος
Ω χαρά τραυματισμένη, μιας στιγμής χωρητικότητα που κλονίζει
αιώνες! 

Οδυσσέας Ελύτης
Κλεψύδρες του αγνώστου δ.



καταχώρηση: εφη καλογεροπούλου

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2015

Οδυσσέας Ελύτης



(18 Μάρτη 1996) εφυγε απο κοντά μας ο Νομπελίστας ποιητής μας Οδυσσέας Ελύτης

Επέτειος

Εφερα τη ζωή μου ως εδώ
στο σημάδι ετούτο που παλεύει
πάντα κοντά στη θάλασσα
νιάτα στα βράχια επάνω,στήθος
με στήθος πρός τον άνεμο
που να πηγαίνει ενας άνθρωπος
που δεν είναι αλλο από άνθρωπος
λογαριάζοντας με τις δροσιές τις πράσινες
στιγμές του,με νερά τα οράματα
της ακοής του,με φτερά τις τύψεις του
Α,ζωή
παιδιού που γίνεται άντρας
πάντα κοντά στη θάλασσα όταν ο ήλιος
τον μαθαίνει να ανασαίνει κατά κεί
που σβήνεται η σκιά ενός γλάρου
Εφερα τη ζωή μου ώς εδώ
ασπρό μέτρημα μελανό άθροισμα
λίγα δέντρα και λίγα
βρεμένα χαλίκια
δάχτυλα ελαφρά για να χαιδέψουν ενα μέτωπο
ποιό μέτωπο
κλάψαν όλη τη νύχτα οι προσδοκίες και δεν είναι πιά
κανείς δεν είναι
να ακουστεί ένα βήμα ελεύθερο
να ανατείλει μια φωνή ξεκούραστη
στο μουράγιο οι πρύμνες να παφλάσουν γράφοντας
ονομα πιο γλαυκό μες στον ορίζοντά τους
λίγα χρόνια λίγα κύματα
κωπηλασία ευαίσθητη
στους όρμους γύρω από την αγάπη.
Εφερα τη ζωή μου ως εδώ
χαρακιά πικρή στην άμμο που θα σβήσει
-Οποιος είδε δυό μάτια να αγγίζουν τη σιωπή του
κι έσμιξε τη λιακάδα τους κλείνοντας χίλιους κόσμους
ας θυμίσει το αίμα του στούς άλλους ηλιους
πιο κοντά στο φώς
υπάρχει ένα χαμόγελο που πληρώνει τη φλόγα
μα εδώ στο ανήξερο τοπίο που χάνεται
σε μιά θάλασσα ανοιχτή και ανέλεη
μαδά η επιτυχία
στρόβιλοι φτερών
και στιγμών που δέθηκαν στο χώμα
χώμα σκληρό κάτω απ τα ανυπόμονα
πέλματα ,χώμα καμωμένο για ίλιγγο
ηφαίστειο νεκρό.
Εφερα τη ζωή μου ως εδώ
πέτρα ταμένη στο υγρό στοιχείο
πιο πέρα απ τα νησιά
πιό χαμηλά απ το κύμα
γειτονιά στις άγκυρες
-όταν περνάν καρίνες σκίζοντας με πάθος
ενα καινούργιο εμπόδιο και το νικάνε
και μ΄όλα τα δελφίνια της αυγάζ΄η ελπίδα
κέρδος του ήλιου σε μιά ανθρώπινη καρδιά
τα δίχτυα της αμφιβολίας τραβάνε
μια μορφή από αλάτι
λαξεμένη με κόπο
αδιάφορη άσπρη
που γυρνάει πρός το πέλαγος τα κενά των ματιών της
στηρίζοντας το άπειρο.

Οδυσσέας Ελύτης
Προσανατολισμοί 


επιλογή υλικού-καταχώρηση: εφη καλογεροπούλου